Η παρουσίαση των Απρόσιτων Ακτών

Posted by on Νοέ 30, 2017 in Blogposts, Books, Latest News, Speeches | No Comments

Το βιβλίο «Απρόσιτες Ακτές – Η ζωή σε μια ελληνική εφοπλιστική οικογένεια» παρουσιάστηκε τη Δευτέρα 20 Νοεμβρίου 2017 στον Πολυχώρο της Μουσικής Βιβλιοθήκης του Συλλόγου Οι Φίλοι της Μουσικής στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Για το βιβλίο μίλησαν οι Νίκος Μπακουνάκης, Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου, δημοσιογράφος, Γιάννης Ψαρόπουλος , Ανταποκριτής Ξένου Τύπου, John Chapple, Εκδότης Lycabettus Press και Νίκος Λαμνίδης, Ψυχίατρος – Ψυχαναλυτής. Οι ομιλητές αναφέρθηκαν σε διαφορετικές πτυχές της δομής και της αφήγησης του βιβλίου.

Συγκεκριμένα, ο κύριος Μπακουνάκης παρουσίασε συνοπτικά τη δομή και το περιεχόμενο του βιβλίου, επισημαίνοντας το ενδιαφέρον του τόσο σε επίπεδο λογοτεχνικό όσο και αναφορικά με την εξέλιξη των οικογενειακών σχέσεων και δεσμών που αναλύονται σε αυτό, ενώ διάβασε επιλεγμένα αποσπάσματα με ιδιαίτερη κατά τον ίδιο σημασία. Ο κος Ψαρόπουλος τοποθέτησε το βιβλίο χρονικά, εξηγώντας τη φάση στην οποία βρισκόταν η ελληνική ναυτιλία τα χρόνια στα οποία εξελίσσεται η αφήγηση, αλλά και τη σημασία της οικογενείας Κουλουκουντή στον εφοπλιστικό κόσμο κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Ο κος Chapple, ως σύγχρονος του συγγραφέα και έχοντας ζήσει σε παρόμοιο κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο, υπογράμμισε την εγκυρότητα των αναφορών στις διαφορές της ελληνικής και αμερικανικής κουλτούρας που περιέχονται στο βιβλίο Απρόσιτες Ακτές, και τόνισε πως είναι ένα βιβλίο που αγγίζει ιδιαίτερα όσους έχουν μεγαλώσει μεταξύ δύο πολιτισμών. Ο κύριος Λαμνίδης, τέλος, αναφέρθηκε στην σημασία της διάκρισης των αφηγηματικών από τα προσωπικά συμβάντα, και στην παραδειγματική λειτουργία των διαφόρων ειδών μνήμης στην περίπτωση των Απρόσιτων Ακτών. Υποστήριξε, επιπλέον, ότι το βιβλίο του Κουλουκουντή δεν εντάσσεται εύκολα σε μία από τις παραδεδεγμένες λογοτεχνικές μορφές.

Ακολουθεί η ομιλία του συγγραφέα την ημέρα της παρουσίασης.

«Πολλοί εκδότες στο εξωτερικό προσπάθησαν να με πείσουν να γράψω ένα βιβλίο για την Ελληνική ναυτιλία.
Προφανώς πίστευαν ότι γνωρίζω το θέμα απο κοντα. Το προβλημα ήταν ότι όντως ήξερα το θέμα από πολύ κοντά.

Όταν πρωτογνώρισα Έλληνες εφοπλιστές, ήμουν τεσσάρων χρονών, καθισμένος με τις πυτζάμες μου στη σκάλα του σπιτιού μας και έβλεπα τους καλεσμένους των γονιών μου να κυκλοφορούν κάτω στο ισόγειο. Έτσι, από αυτή την προοπτική, το μόνο που ήξερα καλά για εφοπλιστές ήταν το πάνω μέρος του κεφαλιού τους. Δεν είχα την παραμικρή ιδέα τι εστί μια ελληνική ναυτιλιακή οικογένεια, πως λειτουργούσε, ή πως γινόταν κανείς εφοπλιστής.
Το γεγονός ότι αυτό το τελευταίο, το έμαθα τελικά, το οφείλω κυρίως στην μητέρα μου. Από μικρός ήθελα να γίνω συγγραφέας και αυτό βέβαια ήρθε σε σύγκρουση με τις προσδοκίες του πάτερα μου και όλων των μελών του περιβάλλοντος όπου ζούσα, οι οποίοι περίμεναν βέβαια, ότι θα γίνω εφοπλιστής. Αλλά επειδή οι γυναίκες συχνά λύνουν προβλήματα που μπορουν να παραλύουν τους άνδρες, η μητέρα μου μου έδωσε μια σοφή συμβουλή: «Κάντα και τα δυο».

Βέβαια δεν μου επεσήμανε, ότι θα χρειαζόταν μια ζωή για να το κατορθώσω, αλλά τι να κάνουμε;– ακόμα και το δελφικό μαντείο σε άφηνε να ανακαλύψεις πολλά μόνος σου.

Οι Απρόσιτες Ακτές περιγράφουν τη διαδρομή που χρειάστηκε να κανω να μπω στην οικογενειακή επιχείρηση, κατόρθωμα που οι περισσότεροι θα νόμιζαν ότι είναι πανεύκολο. Τον λόγο που δεν ήταν, θα τον μάθετε στο βιβλίο το ίδιο-εξ’ου και ο τίτλος: Απρόσιτες Ακτές.

Η εξέλιξη του βιβλίου έχει και αυτή τη δική της πορεία.
Άρχισα να κρατω σημειωσεις μόλις πέθανε η γυναίκα μου το 1990. Ειχα βρεθει χήρος με μια μικρη κόρη την Ντήλια, που ήταν τοτε επτά χρονών. Είχα εξασφαλίσει μια οικονομική άνεση από την ναυτιλία και τα μόνα απόλυτα καθήκοντα στη ζωή μου ήταν να συνοδεύω αυτό το κοριτσάκι μέχρι το σχολικό λεωφορείο το πρωί και να είμαι εκεί στο ίδιο σημείο να το παραλάβω, όταν επεστρεφε το απόγευμα. Λίγα καθήκοντα, αλλά σημαντικά.
Κάθε μέρα, μετά την αναχώρηση του λεωφορείου, ανέβαινα στο σπίτι και, ίσως για συντροφιά, έπαιρνα τον υπολογιστή στο κρεβάτι, και με μια τσαγιέρα με ζεστό τσάι στο κομοδίνο, ξεκινούσα να καταγράφω τις αναμνήσεις, που τελικά διαμόρφωσαν τις Απρόσιτες Ακτές. Άρχιζα να γράφω λίγο μετά τις οκτώ και έγραφα ως το μεσημέρι, ωστε, μετά από τόσες ώρες που ήμουνα αφοσιωμένος στο γράψιμο, το να κανω τηλεφωνηματα για την ναυτιλιακη μου επιχειρηση ηταν πραγματικη ξεκουραση για μενα. Τότε θυμήθηκα, αυτό που μου έλεγαν όλοι στα νεανικά μου χρόνια, «μπες στην ναυτιλία τώρα και κράτα το γράψιμο για το μεράκι σου».
Κατάλαβα, ότι, όπως συχνά στην ζωή μου, είχα κάνει ακριβώς το αντίθετο – η ναυτιλία απεδείχθη η ανάπαυσή μου και η λογοτεχνία ειχε γινει η πραγματική μου δουλειά.

Γεννηθηκα στο Λονδίνο, αλλά μίλησα για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στη Σύρο, και μάλιστα με την βαριά προφορά του λιμανιού – «Εγώ θέλω τον μπαμπά μου».
Πως μετετράπη αυτή η παιδική προφορά σε αυτή που έχω τώρα, είναι το μυστήριο της ξενιτιάς. Αρχισα να γράφω στα Αγγλικά, και εκεί ξεκίνησε άλλη μια πορεία.
Όπως εγώ γεννήθηκα στο Λονδίνο και μεταφέρθηκα στην Ελλάδα, έτσι και τα βιβλία μου, παρόλο που γράφτηκαν στην Αγγλική γλώσσα, μίλησαν και αυτά για πρώτη φορά στα Ελληνικά. Οι Απροσιτες Ακτές είναι το δεύτερο απο τα βιβλία μου, που εκδόθηκε για πρώτη φορά στην Αθήνα.
Για αυτό θέλω να ευχαριστήσω ιδιαίτερα την Κα Λαμπρία και τον Κον Παπαδόπουλο, που έδειξαν άμεση εμπιστοσύνη στο κείμενό μου. Μιλώντας για ορισμένες περιγραφές στο βιβλίο, η Κα. Λαμπρία με αποκάλεσε ανελέητο. Ήταν η πρώτη φορά που άκουσα αυτή τη λέξη, αλλά δέχομαι τον χαρακτηρισμό. Και εγώ, από τη μεριά μου, θα αποκαλούσα την Kα. Λαμπρία ανένδοτη, ανένδοτη στον αγώνα για την λογοτεχνική ποιότητα.

Ψάχνω μια μεταφορά που να εκφράζει τη ζωή του συγγραφέα.
H πιο φανταστική είναι, ότι να γράψεις ένα βιβλίο, είναι σαν να είσαι έγκυος για αρκετά χρόνια. Αλλα επειδή δε γνωρίζω πολλά για αυτήν την υπόθεση, ας την αφήσουμε. Αλλιώς μπορούμε να πούμε, ότι η ζωή του συγγραφέα μοιάζει κάπως μ’ αυτήν του κατασκόπου. Ζεις μόνος σου μέσα στο σούρουπο της σκέψης σου. Δεν μπορείς να περιγράψεις αυτό που σκοπεύεις να κάνεις, σε κανέναν. Υπάρχει η διαφορά βέβαια, ότι οταν ανακαλυπτεται το εργο σου, συνήθως τον συγγραφέα δεν τον εκτελούν, αλλά αν είναι τυχερός, του οργανώνουν παρουσίαση σαν τούτη τη βραδιά.

Εδώ θέλω να ευχαριστήσω του ομιλητές, που τόσο γενναιόδωρα δέχτηκαν να διαβάσουν το βιβλίο μου και του χάρισαν την διακριτική και διαφωτιστική τους προσοχή.

Τελικά, για κατάλληλη μεταφορά, καταληγουμε σε μια από την ίδια την ναυτιλία.
Το να γράψεις ένα βιβλίο σαν τις Απρόσιτες Ακτές, είναι σαν να πλέεις με το καράβι σου από μια ήπειρο στην άλλη χωρίς ναυτικά όργανα, πες από την Δυτική Αυστραλία στη Νότιο Αφρική. Πρέπει να μαντέψεις τις συντεταγμένες του καραβιού σου, κοιτώντας πίσω προς την πρυμνη, να υπολογίσεις πόσο δρόμο έχεις κάνει και να παρεις μια ιδεα για πόσο απομένει μπροστά σου. Φαντάσου, να κάνεις λάθος στον υπολογισμό. Κινδυνεύεις να προσπεράσεις την Αφρική χωρίς να την αγγίξεις. Συμφορά για τον συγγραφέα, οσο και για τον πλοίαρχο. Αλλά με το καλό πως θα αισθανθείς, οταν ξημερώνει μια μέρα σαν την σημερινή και βλέπεις τους γλάρους να πετούν πάνω από το κεφάλι σου και νιωθεις τον αέρα να σου φέρνει την αδιαμφισβήτητη μυρωδιά της στεριάς.

Επιτρέψτε μου εδώ να κάνω μια παράφραση του μεγάλου μας ποιητή – «Τόσο καλλίτερο αν δεν έχεις βιάσει το ταξίδι, ώστε χρόνια να ‘χει διαρκέσει, και γέρος πιά ν ’αράξεις στο νησί. Ήδη θα το κατάλαβες, η Ιθάκες τη σημαίνουν».

Σας διαβεβαιώνω, ετσι αισθάνομαι αυτή την στιγμή που εφθασα σε αυτο το λιμανι. Και πολύ σας ευχαριστώ».

[Φωτογραφίες: Γιώργος Χαριτάκης]