Ενα κολεγιόπαιδο εξ’ Αμερικής στην Ευρώπη

Posted by on Νοέ 16, 2016 in Blogposts, Books | No Comments

Απόσπασμα απο το νέο βιβλίου του Ηλία Κουλουκουντή «Απρόσιτες Ακτές – Ενηλικίωση σε μια Ελληνική Εφοπλιστική Οικογένεια»
Μέρος πρώτο – Πρώτο Πέρασμα
[…]
Ήταν η πρώτη φορά που επέστρεφα στην Ευρώπη από τότε που είχα φύγει μωρό ακόμα, αλλά δεν θυμόμουν τίποτα από την ζωή μου εκεί.  Ταξιδεύαμε με το Queen Elizabeth και με την τιμή ενός εισιτηρίου πρώτης θέσης η εταιρεία Cunard σου έδινε το δικαίωμα να πάρεις και το αυτοκίνητο σου δωρεάν. Στο Σαουθάμπτον μας οδήγησαν πάλι με άλλο αυτοκίνητο—δεν είχα καν προλάβει να πατήσω το πόδι μου σε Αγγλικό έδαφος όταν βρέθηκα να πατάω το χαλί στο εσωτερικό μιας Μπέντλεϊ που την οδηγούσε σοφέρ…
Όταν σταματήσαμε και στάθηκα στο πεζοδρόμιο έξω από το Ξενοδοχείο Κλάριτζες στο Μέιφερ του Λονδίνου, είχα ακαριαία την αίσθηση ότι ήμουν ακατάλληλα ντυμένος. Το σπορ σακάκι μου, το σπορ μπουκαμισο μου, και τα μοκασίνια με τα φουντάκια ήταν χωρίς αμφιβολία ο ορισμός του αμερικανού κολεγιόπαιδου.  Χρόνια μετά, όταν μπήκα στη δουλειά, είχα την ίδια αίσθηση όπου και αν πήγαινα στην Αγγλία. Όσο σκούρο και αν φαινόταν το κοστούμι μου όταν το έβαζα στην βαλίτσα στη Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο ήταν πάντα το πιο ανοιχτό κοστούμι της συνάντησης.

Ο Ηλίας Κουλουκουντής με τους γονείς του στη Βενετία [φωτογραφία απο προσωπικό αρχείο]

Ο Ηλίας Κουλουκουντής με τους γονείς του στη Βενετία [φωτογραφία απο προσωπικό αρχείο]

Ο εξαδελφος μου ο Έντης ρώτησε τους γονείς μου αν μπορούσε να με πάρει μαζί του έξω ενα βραδυ. Εμφανίστηκε λοιπόν στο Κλάριτζες, φορώντας το μαύρο του κοστούμι, σαν μασόνος, προκειμένου να με σώσει από τον εξευτελισμό του να περάσω ένα βράδυ, σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου μπροστά στην τηλεόραση με τα αδέλφια μου.
Τον καιρό που ο Έντης ήταν στην Αμερική ντυνόταν σαν Αμερικάνος, με μπλέιζερ, πουκάμισα με κουμπάκια στο γιακά και ριγέ γραβάτα. Τώρα όμως που είχε μπει στο γραφειο Ρ & Κ, άφησε τα αμερικάνικα ρούχα στην άκρη και ντύθηκε με μαύρο κουστούμι από μεταξωτό σαντούγκ και κάτασπρο πουκάμισο με μπλε μονόγραμμα που έγραφε EGK, όπου το G σήμαινε Γιώργος, το όνομα του πατέρα του. Ο παππούς του ήταν επίσης EGK (Ηλίας Γεωργίου Κουλουκουντής) και ο προπάππους του, που φορούσε φέσι, το ίδιο! Ο Έντης  έδειχνε τα διακριτικά του πρωτότοκου. Στο μεταξύ τα μόνα φανερά σημάδια της αμερικάνικης ανατροφής του ήταν τα απλά μαύρα μοκασίνια και οι μάλλινες κάλτσες ως τον αστράγαλο που άφηναν μερικώς ακάλυπτες τις ακόμα αγορίστικες του γάμπες.

Μέσα στο ταξί ο Έντης μου περιέγραψε τη νέα φιλοσοφία της ζωής του. «Τα λεφτά διαφθείρουν» είπε «αλλά αφού τα έχεις το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να χαλαρώσεις και να τα απολαύσεις». Αυτό το βρήκα λίγο απίθανο καθότι τα χρήματα που είχα δεν θα αρκούσαν για καμία διαφθορά ακόμα κι αν την ήθελα. 
Στο γυρισμο καθοδόν προς το Κλάριτζες, περάσαμε μέσα από την πλατεία του Soho όπου έπεσε το μάτι μου σε μια όμορφη γυναίκα με έντονο μακιγιάζ που φωτιζόταν από μια λάμπα του δρόμου. Ήθελα να ρωτήσω γι’ αυτήν αλλά ο  Έντης είχε βαλθεί να μου εξηγήσει για τα καταπιστεύματα που είχαν δημιουργήσει οι πατεράδες μας. Ο πατέρας μου και το κάθε ένα από τα αδέλφια του είχαν ένα καταπίστευμα. Όλα τα καταπιστεύματα περιείχαν το ίδιο ποσό ενώ το μερίδιο που θα λάμβανε κάθε παιδί εξαρτιόταν από το πόσα αδέλφια είχε.
Οταν ο Εντης με αφησε στο Κλάριτζες, και μόλις χάθηκε το ταξί του, προσπέρασα τον πορτιέρη του ξενοδοχείου και έκανα νόημα σε ένα ταξί που περιμενε στην ουρά. Πρίν μπω είπα στον οδηγό που ήθελα να πάω,όπως εξάλλου συνηθίζεται στην Αγγλία.
«Πλατεία Soho» επανέλαβε, «σε ποιον αριθμό;»
«Δεν εχει αριθμο» είπα.
«Δεν εχει αριθμο;»
Πώς να του εξηγούσα ότι δεν γύρευα κτίριο αλλά μια λάμπα δρόμου;

Την επομένη, πάνω στο χάραμα εκείνης της καλοκαιρινής μέρας (το καλοκαίρι στο Λονδίνο χαράζει μεταξύ 2 και 3 το πρωί) εβαλα το κλειδί στην πόρτα και διαπίστωσα προς μεγάλη μου έκπληξη ότι το φως ήταν αναμμένο στο δωμάτιο των γονιών μου. Από την ορθάνοιχτη πόρτα τους άκουσα τη μητέρα μου να λέει στον πατέρα μου «το κωλόπαιδο», που όπως ξέρουμε δε σημαίνει «το κολεγιόπεδο».  Είχαν μείνει ξύπνιοι να με περιμένουν–κάτι που δεν έκαναν ποτέ στο Ράι.
 Το πρωί ο πατέρας μου με ρώτησε αν δε ντρεπόμουν που έχανα τον καιρό μου με τέτοιες γυναίκες. Δεν είπα «τι γυναίκες;» αλλά έκανα ότι δεν καταλάβαινα, πράγμα όχι δύσκολο,  καθότι εκτός και αν ο πατέρας μου ήταν όχι μόνο παντοδύναμος αλλα και πανταχού παρών, δεν υπήρχε λόγος να υποθέσουμε ότι είχε την παραμικρή ιδέα πως πέρασα το προηγούμενο βράδυ. Έτσι και αλλιώς, αν κρίνω από τα όσα είχα ακούσει για τα φοιτητικά του χρόνια στο Παρίσι, στον πατέρα μου δεν ήταν ακριβώς άγνωστα κατι τέτοια λημέρια.
Αργότερα, η μητέρα μου με πληροφόρησε ότι μου απαγορευόταν να ξαναβγώ με τον Έντη για το υπόλοιπο καλοκαίρι. Το ζήτημα άρχισε να παίρνει διαστάσεις. Ήταν ακόμα μια περίπτωση συκοφαντιας σαν την  φορά που με κατηγόρησε άδικα ένας φίλος του πατέρα μου, ο  κ. Μενικέτι, μόνο που αυτήν την φορά βρέθηκε ο Εντης στο εδώλιο για κάτι που δεν είχε κάνει και οχι εγώ. Παρόλα αυτά δεν έσπευσα να τον υπερασπιστώ, ενώ δεν μπορούσα  να πω ότι δεν ήταν εκείνος που με παρέσυρε επειδή δεν χρειαζόμουν βοήθεια για να παρασυρθώ αλλα το καταφερα μονος μου. Έτσι κι αλλιώς το όλο θέμα δεν είχε νόημα.  Θα περνούσαμε τη Μάγχη την επόμενη μέρα και τον Έντη θα τον ξαναέβλεπα με την επιστροφή μας στο Λονδίνο μόνο το Σεπτέμβριο. Όμως η μητέρα μου είχε πατήσει πόδι…

Το βιβλίο «Απρόσιτες Ακτές – Ενηλικίωση σε μια Ελληνική Εφοπλιστική Οικογένεια» θα κυκλοφορήσει την Άνοιξη του 2017 απο τις εκδόσεις Ποταμός.